Σ.Δ. τύπου 2

Με τον όρο «Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2» εννοούμε το σύνδρομο εκείνο, κατά το οποίο το άτομο εμφανίζει έλλειψη ινσουλίνης ή αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης. Με πιο απλά λόγια, στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 το πάγκρεας έχει μεν την ικανότητα να παράγει ινσουλίνη, αλλά εξαιτίας κάποιας βλάβης σε μία συγκεκριμένη ομάδα κυττάρων, που ονομάζονται β- κύτταρα, η ινσουλίνη που παράγεται δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού του.

Σε πρώιμα στάδια εξέλιξης του Σακχαρώδη Διαβήτη, συνήθως αρκεί μόνο η δίαιτα για να μπορέσουμε να έχουμε φυσιολογικές τιμές σακχάρου αίματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, απλά αποφεύγοντας τα γλυκά ή τις τροφές που είναι πλούσιες σε άμυλο ή ζάχαρη, καταφέρνουμε να διατηρήσουμε τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα κοντά στα φυσιολογικά όρια.

Όταν η δίαιτα σε συνδυασμό με κάποιο πρόγραμμα σωματικής άσκησης δεν επαρκούν, τότε θεραπευτικά περνάμε στο επόμενο στάδιο, που χαρακτηρίζεται από τη λήψη αντιδιαβητικών δισκίων. Συνήθως στρεφόμαστε προς τα δισκία όχι γιατί η δίαιτα δεν κατάφερε να μειώσει τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, αλλά γιατί οι περισσότεροι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι δεν την ακολούθησαν πιστά και συνεπώς δεν κατάφεραν να χάσουν το επιπλέον βάρος. Οι κατηγορίες των αντιδιαβητικών δισκίων είναι οι ακόλουθες:

  1. Ρυθμιστές της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας. Δρούν στα β- κύτταρα του παγκρέατος προκαλώντας οξεία έκκριση ινσουλίνης στο χρονικό διάστημα που ακολουθεί ένα γεύμα.
  2. Σουλφονυλουρίες. Δρούν στα β- κύτταρα του παγκρέατος και τα «πιέζουν» να βγάλουν περισσότερη ινσουλίνη, χωρίς όμως να στοχεύουν στη μεταγευματική περίοδο.
  3. Διγουανίδες. Αυξάνουν την ευαισθησία στη δράση της ινσουλίνης, ενώ αναστέλλουν την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ (απευθύνονται κυρίως στα παχύσαρκα άτομα).
  4. Γλιταζόνες (ευαισθητοποιητές ινσουλίνης).

Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα ποσοστό περίπου 70- 75% όσων ξεκινούν φαρμακευτική αγωγή με αντιδιαβητικά δισκία, ανταποκρίνεται θετικά σε αυτή τη θεραπεία. Όμως, το 5- 10% κάθε χρόνο το ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2, που λαμβάνουν την παραπάνω φαρμακευτική αγωγή, αδυνατεί να επιτύχει ικανοποιητική ρύθμιση, λόγω της προοδευτικής καταστροφής των β- κυττάρων.

Αν συμβεί αυτό, ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να παραμείνει το σάκχαρο σε χαμηλά επίπεδα είναι η χορήγηση ινσουλίνης. Η χορήγηση ινσουλίνης σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ως επιδείνωση του Διαβήτη. Απλώς, δεν γίνεται κατορθωτό να παράγονται οι ποσότητες ινσουλίνης που χρειάζονται.

Η χορήγηση ινσουλίνης έχει ευεργετική επίδραση στο άτομο με Σακχαρώδη Διαβήτη και τα αποτελέσματα είναι αμέσως εμφανή. Η σημαντικότερη επίδρασή της είναι η ρύθμιση του σακχάρου. Ταυτόχρονα, όσοι κάνουν χρήση ινσουλίνης παραδέχονται ότι αισθάνονται πολύ καλύτερα, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά.