Βασικοί κανόνες για ενέσεις

Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν πολλές και ιδιαίτερα σημαντικές εξελίξεις στην τεχνολογία κατασκευής πενών και βελόνων, με αποτέλεσμα αυτές να αλλάξουν μορφή αρκετές φορές μέχρι να καταλήξουμε στα προϊόντα που κυκλοφορούν σήμερα. Όπως είναι προφανές, το ζητούμενο στις βελόνες ήταν πάντα οι μικρότερες διαστάσεις τόσο από πλευράς διαμέτρου όσο και από πλευράς μήκους. Έτσι, γίνονταν συνεχώς πιο λεπτές και πιο κοντές, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά και το αίσθημα του πόνου που προκαλείται από το τρύπημα. Για να μπορεί, λοιπόν, ο χρήστης να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα, που προκύπτουν από τη χρήση της τεχνολογίας και να είναι σε θέση να κάνει με ασφάλεια και ανώδυνα τις ενέσεις ινσουλίνης, υπάρχουν πέντε βασικοί κανόνες που θα πρέπει να τηρούνται πάντα.

 Κανόνας 1ος –  Κάθε βελόνα και κάθε αμπούλα ινσουλίνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται από ένα μόνο άτομο.

Ύστερα από εξέταση των βελόνων και των αμπουλών της ινσουλίνης διαπιστώθηκε ότι βιολογικό υλικό μπορεί να ανιχνευθεί  σε σημαντικό ποσοστό. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει η πιθανότητα μετάδοσης λοιμώξεων αν δύο άτομα μοιράζονται την ίδια αμπούλα ή την ίδια βελόνα.

 Κανόνας 2ος –  Το «στυλό» με την αμπούλα ινσουλίνης που περιέχει δε θα πρέπει να διατηρείται με τη βελόνα τοποθετημένη στο διάστημα μεταξύ δύο ενέσεων.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας η θερμοκρασία αυξομειώνεται. Ως συνέπεια, το «στυλό» και η αμπούλα που περιέχει συστέλλονται και διαστέλλονται. Αν η βελόνα παραμένει πάνω στο «στυλό» τότε με τις διαδοχικές διαστολές και συστολές αφενός μεν εμφανίζεται εκροή ινσουλίνης, αφετέρου παρατηρείται είσοδος αέρα μέσα στην αμπούλα.

Αν παρόλα αυτά διαπιστώσετε πως μέσα στην αμπούλα ινσουλίνης υπάρχει μία φυσαλίδα αέρα, κρατείστε το «στυλό» σας σε όρθια θέση (με τη βελόνα προς τα πάνω) και ενέσατε στον αέρα 2- 4 μονάδες ινσουλίνης προκειμένου να αφαιρεθεί αυτός ο αέρας.

 Κανόνας 3ος –  Η βελόνα θα πρέπει να αλλάζει μετά από κάθε ένεση.

Υπάρχουν 3 σημαντικοί λόγοι, για τους οποίους συνίσταται η αλλαγή της βελόνας μετά από κάθε ένεση:

  1. Πέρα από τις μικρές διαστάσεις τους, οι βελόνες εξασφαλίζουν ανώδυνο τρύπημα γιατί είναι επικαλυμμένες με σιλικόνη. Η σιλικόνη δρα ως λιπαντικό που βοηθά τη βελόνα να «γλιστρήσει» στο δέρμα, παρά να διεισδύσει βίαια προκαλώντας πόνο. Δυστυχώς, το στρώμα της σιλικόνης είναι ιδιαίτερα λεπτό και απομακρύνεται μετά από την πρώτη κιόλας ένεση.
  2. Οι λεπτές βελόνες, που χρησιμοποιούμε σήμερα, έχουν ιδιαίτερα αιχμηρό και ευαίσθητο άκρο. Ύστερα από την πρώτη μόλις ένεση το άκρο αυτό στραβώνει κι έτσι αν η ίδια η βελόνα χρησιμοποιηθεί ξανά προκαλεί περισσότερο πόνο.
  3. Ο τρίτος λόγος που επιβάλλει την αλλαγή βελόνας μετά από κάθε ένεση είναι ότι υπάρχει κίνδυνος να φράξει. Πολλές φορές άτομα με διαβήτη αναφέρουν ότι το «στυλό» τους χάλασε και «δε βγάζει ινσουλίνη». Όμως, το πρόβλημα λύνεται αμέσως μόλις αλλάξουν βελόνα. Ο λόγος είναι απλός. Η βελόνα τους είχε χρησιμοποιηθεί ξανά και η ινσουλίνη είχε κρυσταλλοποιηθεί στο εσωτερικό της, εμποδίζοντας της εκροή ινσουλίνης.

Κανόνας 4ος –  Τα άτομα με διαβήτη θα πρέπει να προτιμούν τις κοντύτερες βελόνες των 6  ή 8 χιλιοστών, για να αποφεύγουν τις ενδομυικές ενέσεις.

Παλιότερα οι βελόνες ήταν πολύ μακριές και η συνιστώμενη τεχνική ήταν οι ενέσεις να γίνονται υπό γωνία (πλάγια) και πάνω σε πτυχή δέρματος. Αυτό συνέβαινε γιατί αν εισχωρούσε ολόκληρη η βελόνα κάθετα στο δέρμα διαπερνούσε το λιπώδες στρώμα που βρίσκεται κάτω από αυτό και έφτανε στον υποκείμενο μυ. Στην περίπτωση αυτή η χορήγηση της ινσουλίνης γίνεται ενδομυικά αντί για υποδόρια και αυτό έχει ως συνέπεια την πρόκληση πόνου, αλλά και τη γρηγορότερη απορρόφηση της ινσουλίνης, με αποτέλεσμα την πιθανή εμφάνιση υπογλυκαιμίας.

Επίσης, είναι η σημαντικότερη αιτία για την οποία εμφανίζονται «μελανιές» στα σημεία των ενέσεων, πράγμα που παρατηρείται πιο συχνά σε άτομα αδύνατα ή φυσιολογικού σωματικού βάρους. Με τις βελόνες των 6 ή 8 χιλιοστών ο κίνδυνος αυτός ελαχιστοποιείται. Έτσι, χωρίς κάποια ιδιαίτερη τεχνική, κάνοντας απλά τις ενέσεις κάθετα στο δέρμα, η βελόνα εισχωρεί στο σωστό βάθος και η χορήγηση της ινσουλίνης γίνεται υποδόρια χωρίς δυσάρεστες συνέπειες.

 Κανόνας 5ος –  Πριν από κάθε ένεση θα πρέπει να διενεργείται ο έλεγχος καλής λειτουργίας, με τη δαπάνη μίας μονάδας ινσουλίνης.

Ο έλεγχος καλής λειτουργίας γίνεται κρατώντας το «στυλό» σε όρθια θέση (με τη βελόνα προς τα πάνω) και ενίοντας στον αέρα μία μονάδα ινσουλίνης. Αυτό που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι η έξοδος μίας μικρής σταγόνας ινσουλίνης από το άκρο της βελόνας. Με τον έλεγχο αυτό βεβαιώνεται κανείς ότι δεν υπάρχει φυσαλίδα αέρα μέσα στην αμπούλα, ότι η βελόνα έχει τοποθετηθεί σωστά και ότι το «στυλό» λειτουργεί όπως πρέπει.

Με τον έλεγχο καλής λειτουργίας είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι κάτι δεν έχει γίνει σωστά και να διορθώσει το τυχόν λάθος.