Μεταγευματική Υπεργλυκαιμία

Δρ. Μελιδώνης Ανδρέας
Υπεύθυνος Διαβητολογικού Κέντρου, Γ.Ν. Πειραιά

Η καρδιαγγειακή νόσος αποτελεί την κυριότερη αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας των διαβητικών τύπου 2 παγκοσμίως. Από συγκλίνοντα δεδομένα φαίνεται, ότι η καρδιαγγειακή νόσος είναι υπεύθυνη για το 75% των θανάτων διαβητικών τύπου 2 και το 35% των θανάτων  διαβητικών τύπου 1, ενώ η στεφανιαία νόσος εκτιμάται ότι ευθύνεται για τα ¾ των θανατηφόρων αυτών καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Αν και οι εξελίξεις που έχουν επιτευχθεί στην αντιμετώπιση της καρδιαγγειακής νόσου και στις τεχνικές των επαναγγειωτικών παρεμβάσεων έχουν μειώσει την καρδιαγγειακή θνησιμότητα σημαντικά την τελευταία 10ετία, εντούτοις κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο ρυθμός καρδιαγγειακής θνητότητας στο διαβητικό πληθυσμό έχει παρουσιάσει αύξηση.

Αξιόπιστες πληθυσμιακές μελέτες (Framingham Study, Strong Heart Study), δείχνουν  σχετικό κίνδυνο θανάτου από στεφανιαία νόσο διπλάσιο για τους διαβητικούς άνδρες και 5πλάσιο για τις διαβητικές γυναίκες. Ενδιαφέρουσα φιλανδική μελέτη επταετούς διάρκειας παρακολούθησης, τεκμηρίωσε επίσης ότι οι διαβητικοί χωρίς ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου παρουσιάζουν την ίδια επίπτωση στεφανιαίων συμβαμάτων με τους μη διαβητικούς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου. Γεγονός που ερμηνεύει, γιατί οι οδηγίες και οι στόχοι πρωτογενους πρόληψης της στεφανιαίας νοσου  στα διαβητικά άτομα, είναι παρόμοια με τους στόχους 2γενούς πρόληψης στα μη διαβητικά άτομα.

Από 2ετίας εξάλλου κατευθυντήριες οδηγίες  του NCEP  (National CholesterolEducation Programme) θεωρούν το ΣΔ ισοδύναμη κατάσταση της ΣΝ από πλευράς αγγειακής επιβαρύνσεως και βλάβης, και όχι απλά και μόνο παράγοντα κινδύνου για ΣΝ.

Η συσχέτιση των επιπέδων της γλυκόζης νηστείας και μεταγευματικής με καρδιαγγειακές επιπλοκές έχει τεκμηριωθεί από επιδημιολογικές έρευνες που διεξήχθησαν ακόμα και σε άτομα χωρίς διαβήτη. Βεβαίως δεν τεκμηριώθηκε από τις μεγάλες μελέτες (UKPDS, DCCT) αιτιολογική σχέση της ρύθμισης του ΣΔ με την μείωση των καρδιαγγειακών επιπλοκών, παρ’ όλα αυτά όμως η συσχέτιση των επιπέδων σακχάρου με τις καρδιαγγειακές επιπλοκές είναι αναμφισβήτητη.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑΣ

Η μεταγευματική υπεργλυκαιμία αναφέρεται στις συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος μετά την λήψη τροφής. Η αύξηση των συγκεντρώσεων γλυκόζης ξεκινά περίπου 10 λεπτά μετά την έναρξη ενός γεύματος. Το προφίλ της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας καθορίζεται από πολλούς και ποικίλλους παράγοντες όπως ο χρόνος, η ποσότητα, η σύνθεση του γεύματος, η περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, η έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης κλπ. Επειδή δε η απορρόφηση της τροφής συνεχίζεται για 5 με 6 ώρες μετά το γεύμα, τόσο σε διαβητικά όσο και σε μη διαβητικά άτομα, το ζήτημα της καλύτερης χρονικής στιγμής για την μέτρηση της μεταγευματικής γλυκόζης παραμένει ακόμη ανοιχτό. Πάντως φαίνεται ότι δίνεται ιδιαίτερο πλέον βάρος στην εκτίμηση –οδηγία της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας, σύμφωνα με την οποία «η μέτρηση της γλυκόζης πλάσματος δύο ώρες μετά την έναρξη του γεύματος σε πάσχοντες από διαβήτη προσεγγίζει την τιμή αιχμής και παρέχει μια λογική εκτίμηση της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας».

Ανεξάρτητα πάντως των οποιων διαγνωστικών διχογνωμιών η μεταγευματική υπεργλυκαιμία φαίνεται να έχει βαρύνουσα σημασία και συμβολή στην καθημερινή ρύθμιση του ΣΔ, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ατόμου (διαβητικού και μη) είναι σε μεταγευματική κατάσταση. Έχει εκτιμηθεί ότι μόνο 4-5 ώρες (από τις 4πμ έως 8 πμ) είμαστε σε φάση νηστείας. Τις υπόλοιπες ώρες είμαστε σε μεταγευματική ή μετααπορροφητική κατάσταση.

Πρόσφατες εξ άλλου μελέτες έχουν δείξει ότι η μεταγευματική υπεργλυκαιμία συνεισφέρει έως και 70% στο γλυκαιμικό φορτίο. Η συνεισφορά αυτή είναι πιο σημαντική σε χαμηλά ή μέτρια επίπεδα γλυκοζυλιωμένης Hb και μειώνεται όταν αυξάνεται η HbA1C. Έτσι σε επίπεδα HbA1C >10% σύμφωνα με τις μελέτες αυτές, η μεταγευματική υπεργλυκαιμία συνεισφέρει κατά 30% στο γλυκαιμικό φορτίο, ενώ η υπεργλυκαιμία νηστείας συνεισφέρει κατά το υπόλοιπο 70%.

Δεν εξέπληξαν, κατόπιν των ανωτέρω δεδομένων, τα ευρήματα διαφόρων μελετών (με πρώτη τη Γαλλική μελέτη από την ομάδα του Avignon) σύμφωνα με τις οποίες η μεταγευματική υπεργλυκαιμία σχετίζεται ισχυρότερα της υπεργλυκαιμίας νηστείας με την γλυκοζυλιωμένη Hb.

Δοθέντος δε ότι είναι σημαντική και αναμφισβήτητη η συσχέτιση μεταξύ της HbA1C και του κινδύνου καρδιοαγγειακών επιπλοκών, είναι ευνόητο ότι εξίσου, ίσως και περισσότερο σημαντική θα είναι η σχέση μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας  και καρδιοαγγειακών επιπλοκών.

ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Μεγάλη σειρά επιδημιολογικών ( προοπτικών και Cross –sectional μελετών) έχουν διερευνήσει την σχέση μεταξύ μεταγευματικής γλυκόζης και καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Στην μελέτη της Honolulu (6400 άτομα μη διαβητικά με παρακολούθηση 12 ετών) διαπιστώθηκε ισχυρή συσχέτιση της μεταγευματικής γλυκαιμίας και του στεφανιαίου θανάτου. Τιμές μεταξύ 157 και 185 mg% συσχετίστηκαν με διπλάσια θνητότητα σε σχέση με τιμές <144 mg%.

Στην μελέτη DIS (Diabetes Intervention Study) (6000 άτομα διαβητικά, παρακολούθηση 11 έτη) το μεταγευματικό σάκχαρο τεκμηριώθηκε ότι ήταν καλύτερος προγνωστικός δείκτης του σακχάρου νηστείας για το έμφραγμα μυοκαρδίου. Έτσι το μεταγευματικό σάκχαρο (αλλά όχι το σάκχαρο νηστείας) παρουσίαζε σημαντική και ανεξάρτητη σχέση με το έμφραγμα μυοκαρδίου και τον καρδιαγγειακό θάνατο.

Στην πλέον σημαντική μελέτη DECODE (25000 άτομα, παρακολούθηση 10 έτη) τεκμηριώθηκε ότι ο σχετικός κίνδυνος θανάτου αυξανει με την 2ωρη μεταγευματική γλυκόζη ανεξάρτητα από τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας. Όταν έγινε προσαρμογή με το σάκχαρο νηστείας το μεταγευματικό σάκχαρο εξακολουθούσε να είναι ανεξάρτητος παράγοντας καρδιαγγειακού θανάτου, ενώ αυτό δε συνέβαινε με το σάκχαρο νηστείας.

Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η πιθανή σχέση της πρώιμης αθηρωμάτωσης με τα επίπεδα γλυκόζης. Αυτό διερευνήθηκε σε εργασία που συσχέτισε το πάχος του εσω –μέσω χιτώνα της καρωτίδας με τα επίπεδα γλυκόζης. Στην μελέτη αυτή φάνηκε ότι η μεταγευματική γλυκόζης είναι ισχυρότερος παράγοντας της γλυκόζης νηστείας και της HbA1C συσχέτισης με την πρώιμη αθηρωμάτωση.

Τέλος σημαντική είναι και η μελέτη της Βερόνα (3000 άτομα διαβητικοί, παρακολούθηση 10 έτη) που εξέτασε την σχέση της μεταβλητότητας της γλυκόζης και της καρδιαγγειακής νόσου. Οι ασθενείς που παρουσίαζαν συντελεστή διακύμανσης της γλυκόζης νηστείας ³ 20% (δηλαδή παρουσίαζαν μεταγευματικά σάκχαρα ³ 20% των σακχάρων νηστείας ) είχαν το υψηλότερο ποσοστό θνητότητας, ανεξάρτητα από το μέσο σάκχαρο νηστείας.

Μεγάλες παρεμβατικές μελέτες που να επικεντρώνουν στην μεταγευματική υπεργλυκαιμία δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί ή ολοκληρωθεί. Τα αποτελέσματα τέτοιων προοπτικών μελετών θα τεκμηριώσουν οριστικά την πιθανή ή μη αιτιολογική σχέση (τροποποιήσιμος δηλ. παράγοντας κινδύνου) μεταξύ μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας και καρδιαγγειακής νόσου.

ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η μεταγευματική υπεργλυκαιμία είναι βασική ψηφίδα του παζλ της μεταγευματικής κατάστασης. Και σαν μεταγευματική κατάσταση θεωρείται η συνολική μεταβολική μεταγευματική διαταραχή που εκτός της υπεργλυκαιμίας περιλαμβάνει την μεταγευματική υπερτριγλυκεριδαιμία, την αυξημένη μεταγευματική θρόμβωση και πηκτικότητα , το αυξημένο οξειδωτικό stress και την αυξημένη ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.

Οι ενδείξεις για το ότι η μεταγευματική κατάσταση συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη αθηροσκλήρυνσης σε μη διαβητικά άτομα αυξάνονται συνεχώς, ενώ τα επιδημιολογικά στοιχεία που συνδέουν τα ολικά τριγλυκερίδια πλάσματος με κίνδυνο για στεφανιαία νόσο έχουν αποτελέσει το αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και διαφωνιών, καθώς κάποια πρόσφατα δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα τριγλυκερίδια αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για  στεφανιαία νόσο. Εν τούτοις, ορισμένες μελέτες που είχαν ως αντικείμενο τη μεταγευματική κατάσταση έδειξαν ότι τα τριγλυκερίδια όντως συνιστούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο και εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις LDL (λιποπρωτεϊνες χαμηλής πυκνότητας) πλάσματος συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αθηροσκληρωτικής αγγειακής νόσου. Οι οξειδωμένες LDL συμβάλλουν επίσης ιδιαίτερα στην αθηρωματική διαδικασία, καθώς η οξειδωτική τροποποίηση των LDL αποτελεί ένα σημαντικό και πιθανώς υποχρεωτικό στάδιο στην παθογένεση της αθηροσκληρωτικής αλλοίωσης. Τα τριγλυκερίδια που μεταφέρονται στις LDL είναι πιο ευάλωτα σε μεσολαβούμενη από λιπάση υδρόλυση, με αποτέλεσμα να μειώνεται το μέγεθος των LDL. Οι μικρές και πυκνές αυτές LDL είναι πιο επιρρεπείς σε οξείδωση. Οι μεταγευματικές LDL περιέχουν περισσότερα τριγλυκερίδια και οι LDL που ακόμα και υγιών ατόμων παρουσιάζουν μεγαλύτερη προδιάθεση για οξείδωση στη μεταγευματική κατάσταση σε σύγκριση με την κατάσταση μετά την απορρόφηση. Η εμφάνιση αθηροσκλήρωσης, εμφράγματος του μυοκαρδίου και αιφνιδίου καρδιακού θανάτου οφείλεται, επίσης, τουλάχιστον εν μέρει, στην αυξημένη δραστηριότητα του συστήματος πήξης. Αρκετές  έρευνες έχουν δείξει το ρόλο που διαδραματίζει ο σχηματισμός θρόμβου στην παθογένεση της αθηροσκλήρωσης και των οξέων καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η ανεξάρτητη συσχέτιση του παράγοντα πήξης VΙΙ με τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο είναι πλέον καλά τεκμηριωμένη, ενώ σύμφωνα με διατροφικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε ανθρώπους έχει αποδειχθεί η ύπαρξη σχέσης μεταξύ των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων πλάσματος και της πηκτικής δράσης του παράγοντα VΙΙ.

Η μεταγευματική υπερτριγλυκεριδαιμία βρέθηκε επίσης ότι προηγείται της ενεργοποίησης του παράγοντα πήξης VΙΙ, ο βαθμός ενεργοποίησης του οποίου είναι ανάλογος της αυξησης των τριγλυκεριδίων πλάσματος.

Κατά τη διάρκεια προκληθείσας υπεργλυκαιμίας, τόσο σε διαβητικά όσο και σε υγιή άτομα, διαπιστώθηκε οξεία αύξηση του παράγοντα πήξης VΙΙ, ενώ σε ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ διαπιστώθηκε ενίσχυση της δράσης της θρομβίνης στη μεταγευματική φάση, η οποία ήταν ανάλογη του επιπέδου υπεργλυκαιμίας. Επιπλέον, η σύνθεση ινωδογόνου, ενός ισχυρού παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο σε διαβητικά και μη άτομα, αυξάνεται σε διαβητικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της πρόσληψης τροφής.

Καθώς έτσι υπάρχουν αρκετές ενδειξεις σημαντικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των λιποπρωτεινών πλάσματος και της πήξης, συμπεριλαμβανομένης της συσσώρευσης αιμοπεταλίων και της ινωδόλυσης, η υπόθεση ότι στην μεταγευματική φάση μπορεί να υπάρχει αυξημένη θρομβωτική τάση φαίνεται ισχυρή και τεκμηριωμένη.

Τα μόρια προσκόλλησης εξάλλου ρυθμίζουν την αλληλεπίδραση μεταξύ του ενδοθηλίου και των λευκοκυττάρων και εμπλέκονται στη διαδικασία της αθηρογένεσης. Η αυξημένη έκφρασή τους στην ενδοθηλιακή επιφάνεια προκαλεί αυξημένη προσκλόλληση λευκοκυττάρων, ειδικότερα μονοκυττάρων, κάτι που είναι γνωστό ότι αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα στη διαδικασία που οδηγεί σε ανάπτυξη αθηρώματος. Από τις διάφορες πρωτεϊνες  προσκόλλησης, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το μόριο –1 διακυτταρικής προσκόλλησης (ICAM -1).

Η διαλυτή μορφή του ICAM –1 συσσωρεύεται στα κύτταρα και μπορεί να εκφραστεί ταχύτατα στην επιφάνειά τους μετά από διάφορα ερεθίσματα. Η κυκλοφορούσα μορφή αυτού του μορίου βρέθηκε αυξημένη σε άτομα με αγγειακή νόσο, καθώς και σε άτομα με ΣΔ με ή χωρίς αγγειακή νόσο. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί δείκτης της ενεργοποίσης της αθηρογόνου διαδικασίας. Η οξεία υπεργλυκαιμία, τόσο σε υγιή όσο και σε διαβητικά άτομα, αποτελεί επαρκές ερέθισμα για την αύξηση της συγκέντρωσης του κυκλοφορούντος ICAM -1, ενεργοποιώντας έτσι ένα από τα πρώτα στάδια της αθηρογόνου διαδικασίας.

Τα τελευταία χρόνια διάφορες μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι οι οξειδωμένες μεταγευματικές LDL, η μεταγευματική υπερτριγλυκεριδαιμία και τα αυξημένα προσκολλητικά μόρια (VCAM, ICAM, E-selectin) σχετίζονται με μείωση της εξαρτώμενης από το ενδοθήλιο χάλασης, άρα με προαγωγή της ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας.

ΠΙΘΑΝΟΙ ΠΑΘΟΓΕΝΕΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

Η χρονική και η οξεία αύξηση της γλυκόζης μπορεί να μεταβάλει τη φυσιολογική ομοιόσταση διαφόρων οργάνων και συστημάτων. Οι διαδιακασίες μέσω των οποίων επιδρά η υπεργλυκαιμία είναι πιθανότατα η μη ενζυματική ασταθής γλυκοζυλίωση και η παραγωγή ελευθέρων ριζών.

Στην ασταθή γλυκοζυλίωση, η δέσμευση γλυκόζης μέσω ενός μη ενζυματικού δεσμού με ένα αμινοξύ οδηγεί στο σχηματισμό μίας ένωσης παρόμοιας με μία βάση Schiff. Η αντίδραση αυτή εξαρτάται από τη συγκέντρωση της γλυκόζης και είναι αναστρέψιμη. Αν το αμινοξύ που σχετίζεται με την αντίδραση είνα βασικό για τη λειτουργικότητα του μορίου, η δραστικότητά του μειώνεται. Καθώς ο δεσμός είναι αναστρέψιμος, η πρωτεϊνική δράση αποκαθίσταται όταν οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στον ορό μειωθούν.

Το οξειδωτικό στρες είναι μια αναγνωρισμένη διαδικασία παθογένεσης των επιπλοκών του διαβήτη.

Η παραγωγή ελευθέρων ριζών από τη γλυκόζη μπορεί να γίνει βιοχημικά με τρεις τρόπους: α) στη διάρκεια ασταθούς γλυκοζυλίωσης, β) άμεσα από τη γλυκόζη μέσω μίας διαδικασίας αυτο –οξείδωσης και γ) μέσω ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης της οδού της σορβιτόλης, η οποία διαταράσσει την ισορροπία του συστήματος NADH/ NAD + και ευνοεί την παραγωγή ελευθέρων ριζών.

Ωστόσο, το πιο πειστικό στοιχείο που συνδέει τη γλυκόζη με το οξειδωτικό στρες είναι το γεγονός ότι πρόσφατα αποδείχθηκε η ενδοκυττάρια παραγωγή ελευθέρων ριζών σε συνθηκες υπεργλυκαιμίας. Το ενδοθήλιο βρέθηκε ότι είναι ελεύθερα διαπερατό στη γλυκόζη λόγω των υποδοχέων GLUT –1. Ως αποτέλεσμα, το κύτταρο, έχοντας ελεύθερη προμήθεια γλυκόζης σε σχέση με τη συγκέντρωση της κυκλοφορούσας γλυκόζης, μετατρέπει τη γλυκόζη σε ενέργεια. Αυτό υποδηλώνει ότι, στο μιτοχονδριακό επίπεδο, η ελέυθερη εισροή γλυκόζης μετατρέπεται όχι μόνο σε παραγωγή ενέργειας αλλά και σε απεριόριστη παραγωγή ανιόντων υπεροξειδίου. Το κομψό αυτό πείραμα δείχνει ότι η γλυκόζη μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή ελευθέρων ριζών ανάλογα με την συγκέντρωσή της, κάτι που εινισχύει την υπόθεση ότι μία οξεία αύξηση της συγκέντρωσης της γλυκόζης στον ορό μπορεί να προκαλέσει οξύ οξειδωτικό στρες. Τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι in vivo συγκεντρώσεις ανιόντων υπεροξειδίου πλάσματος αυξάνονται στους διαβητικούς ασθενείς και σχετίζονται με τα επίπεδα γλυκόζης υποστηρίζουν ισχυρά αυτή την υπόθεση.

Υπάρχουν τόσο έμμεσα όσο και άμεσα στοιχεία που υποστηρίζουν την αντιληψη ότι , in vivo, η οξεία υπεργλυκαιμία επενεργεί μέσω της πρόκλησης οξειδωτικού στρες. Έμμεσα στοιχεία  ελήφθησαν με χρήση αντιοξειδωτικών τα οποία μπορούν να εμποδίσουν κάποιες από τις οξείες επιδράσεις  της υπεργλυκαιμίας, όπως την ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, την ενεργοποίηση της πήξης και την αύξηση του ICAM –1 στο πλάσμα. Αυτό δείχνει ότι η δράση της οξείας υπεργλυκαιμίας μεσολαβείται  από παραγωγή ελευθέρων ριζών.

Άμεσα στοιχεία προκύπτουν επίσης από μία εκτίμηση των επιδράσεων της οξείας υπεργλυκαιμίας στους δείκτες οξειδωτικού στρες. Πολυάριθμες αναφορές δείχνουν ότι στη διάρκεια μιας από του στόματος χορήγησης γλυκόζης, παρατηρείται μείωση της αντιοξειδωτικής άμυνας.

Η δράση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες , όπως για παράδειγμα στη διάρκεια της κατανάλωσης ενός γεύματος. Ο ρόλος της υπεργλυκαιμίας μπορεί να τονιστεί με τη χορήγηση δύο διαφορετικών γευμάτων σε έναν ασθενή: η μεγαλύτερη μείωση της αντιοξειδωτικής δράσης συνδέεται με τα υψηλότερα επίπεδα υπεργλυκαιμίας. Τα στοιχεία που δείχνουν ότι στα διαβητικά άτομα οι LDL είναι πιο επιρρεπείς στην οξείδωση στη μεταγευματική φάση, συμφωνούν με τα παραπάνω δεδομένα. Ακόμη και σε αυτήν την κατάσταση, τα υψηλότερα επίπεδα υπεργλυκαιμίας αντιστοιχούν σε μεγαλύτερη οξείδωση των LDL.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει οξείες μεταβολές στη φυσιολογική ομοιόσταση στον άνθρωπο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι οξείες αυξήσεις των συγκεντρώσεων γλυκόζης ορού προκαλούν μεταβολές τόσο σε νορμογλυκαιμικά όσο και σε διαβητικά άτομα με βασική υπεργλυκαιμία. Βάσει αυτών των στοιχείων, μπορεί να διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι οξείες επιδράσεις των συγκεντρώσεων γλυκόζης μπορούν να προστεθούν σε αυτές που προκαλούνται από τη χρόνια υπεργλυκαιμία, συμβάλλοντας έτσι στην τελική εικόνα του επιπελεγμένου διαβήτη.

Μία πιθανή συνέπεια είναι ότι, στη μεταγευματική φάση, προκαλείται οξειδωτικό στρες, στο οποίο τα τριγλυκερίδια παίζουν σημαντικό ρόλο. Στη συνέχεια παρατηρείται οξείδωση της LDL, ενεργοποίηση της θρόμβωσης και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, σε ένα πλαίσιο κατανάλωσης αντιοξειδωτικών με το γεύμα, φαινόμενα τα οποία συνδυάζονται και ευνοούν την ανάπτυξη διαβητικών επιπλοκών και πιθανώς την εμφάνιση ενός καρδιαγγειακού επεισοδίου. Στο διαβήτη, η ταυτόχρονη μεταγευματική υπεργλυκαιμική αιχμή μπορεί να ενισχύσει αυτό το φαινόμενο.

Φαίνεται, έτσι, σαν εξαιρετικά χρήσιμο να εξετάζουμε, τόσο από κλινική όσο και από πρακτική άποψη, αυτή τη νέα εικόνα για το διαβήτη –τον έλεγχο τνω μεταγευματικών υπεργλυκαιμικών αιχμών –προκειμένου να βελτιωθεί η αντιμετώπιση της νόσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ceriello A, Hanefeld M, Leiter L, et al. Postprandial glucose regulation and diabetic complications. Arch Intern Med. 2004;164:2090-2095.

Qiao Q, Tuomilehto J, Borch-Johnsen K. Post-challenge hyperglycaemia is associated with premature death and macrovascular complications. Diabetologia. 2003;46(suppl1):M17-21.

Heine R.J. , Balkau B., Ceriello A., et al. What does postprandial hyperglycaemia mean? Diab. Medicine 2004; 21: 208- 213.

Scognamiglio R., Negut C., De Kreutzenberg S.V., et al. Postprandial Myocardial Perfusion in Healthy Subjects and in Type 2 Diabetic PatientsCirculation, Jul 2005112179 – 184.

Levitan E. B.,Y. Song, E.S. Ford; et alIs Nondiabetic Hyperglycemia a Risk Factor for Cardiovascular Disease?: A Meta-analysis of Prospective StudiesArchives of Internal Medicine, Oct 20041642147 – 2155.

Brunner E.J.,. Shipley M.J, Daniel R et al. Relation Between Blood Glucose and Coronary Mortality Over 33 Years in the Whitehall Study. Diabetes Care 29: 26-31.

Del Prato S, Tiengo A. The importance of first-phase insulin secretion: implications for the therapy of type 2 diabetes mellitus. Diabetes Metab Res Rev 2001; 17: 164–174.

Avignon A, Radauceanu A, Monnier L. Nonfasting plasma glucose is a better marker of diabetic control than fasting plasma glucose in type 2 diabetes. Diabetes Care 1997; 20: 1822–1826

Heine RJ, Dekker JM. Beyond postprandial hyperglycaemia: metabolic factors associated with cardiovascular disease. Diabetologia 2002; 45: 461–475.

Ceriello A. The post-prandial state and cardiovascular disease: relevance to diabetes mellitus. Diabetes Metab Res Rev 2000; 16: 125–132.

American Diabetes Association. Diabetes Care 2006; Suppl.1